ΔΗΜΟΣ ΛΑΠΑΘΩΝ - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

ΔΗΜΟΣ ΛΑΠΑΘΩΝ

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
ΔΗΜΟΣ ΛΑΠΑΘΩΝ – ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ
Ταξιδεύουμε λοιπόν στο χώρο του τέως δήμου Λαπαθών. Απ’ εδώ ψηλά απ’ τις χιονισμένες κορφές του Ερύμανθου ξεκινάει ο Σελινούντας ποταμός περνώντας ανάμεσα απ’ τις ελατοσκέπαστες χαράδρες της Βλασίας με τα ωραία «ελβετικά» τοπία και τρέχοντας τον κατηφορικό δρόμο του για τον Κορινθιακό κόλπο με μια αλυσίδα χωριά δεξιά και αριστερά του.
Το πρώτο χωριό απ’ τη δυτική όχθη του είναι το Γκέρμπεσι, με διακόσιους δέκα οχτώ κατοίκους το 1900 και υψόμετρο 762 μέτρα, οι δε κάτοικοί του ήταν γεωργοί και ποιμένες αλβανικής καταγωγής.
Τα επόμενα χωριά είναι το Μουρίκι με ογδόντα επτά κατοίκους και το Καρούσι με εκατόν εξήντα οχτώ, πάντα κατά τις πληροφορίες του γυμνασιάρχη Γεωργίου Παπανδρέου και του γιατρού Χρήστου Κορύλλου. Οι κάτοικοί τους ήταν αγράμματοι γεωργοί και ποιμένες, αλβανικής καταγωγής και αυτοί. Εδώ τελειώνουν τα χωριά που είναι στη δυτική πλευρά του ποταμού.
Απ’ την ανατολική όχθη και πάνω ψηλά σε ορεινές βουνοπλαγιές είναι χτισμένα περισσότερα χωριά, γιατί είναι πιο ομαλό το έδαφος απ’ ότι στα δυτικά, όπου υψώνεται κατακόρυφα ο Παναχαϊκός.
Το πρώτο χωριουδάκι είναι η Τρεκλίστρα με διακόσιους τριάντα επτά κατοίκους απασχολούμενους στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Το δεύτερο χωριό είναι η Λαπάτα, στην οποία οφείλει και το όνομά του ο τέως δήμος Λαπαθών, όπου σήμερα εμείς ταξιδεύουμε γράφοντας το οδοιπορικό μας.
Ο Γ. Παπανδρέου στην «Καλαβρυτινή Επετηρίδα» του γράφει: Το χωρίον κείται Β. και εις απόστασιν ώρας από του Μανεσίου, με 124 κατοίκους. Εκ παραδόσεως μαρτυρείται ότι ήτο ποτέ (επί της Βυζαντινής εποχής βεβαίως) μεγάλη πόλις, και μάλιστα ότι εξετείνετο από του χανίου Βερβινίκου (προς Ν. της Βρύσεως του Δεσπότου και παρά τον ναόν του Αγίου Κωνσταντίνου) μέχρι του Μανεσίου. Επειδή δε και ιστορικώς μαρτυρείται ως υπάρχον τω 1350 μ.Χ. επί Ιωάννου Καντακουζηνού, εκ πάντων τούτων φαίνεται ότι διέπρεψε ποτέ ως πολίχνη, ως τοιαύτη δ’ έδωκε το όνομά της και εις τα πέριξ, λεγόμενα νυν Λαπάταν και Λαπατοχώρια, και εις τον ονομαστόν κάμπον της Λαπάτας. Ευρέθησαν δε και παρά το χωρίον και πολλά ερείπια αρχαιοτέρων κατοικιών, ως τεμάχια κεράμων και αγγείων και οικοδομικών λίθων».
Άλλο χωριό στη συνέχεια είναι το Νεοχώριο με τριάντα έξι κατοίκους, γεωργούς και ποιμένες˙ ο Μεγάλος και ο Μικρός Μποντιάς με εκατόν πενήντα τέσσερις και εκατόν είκοσι εννέα αντίστοιχα˙ δυτικά οι Λαπαναγοί και ανατολικά απ’ το ποτάμι η Μονή Μακελλαριάς χτισμένη πάνω σ’ έναν απότομο βράχο.
Και ο Σελινούντας τρέχει – τρέχει τον κατηφορικό του δρόμο ανάμεσα από απόκρημνες χαράδρες πίσω από τον Παναχαϊκό και περνώντας έξω από το Μοναστήρι των Ταξιαρχών για να ποτίσει τον κάμπο του Αιγίου. Και εμείς συνεχίζουμε το ταξίδι μας ακούγοντας τον ήχο των γάργαρων νερών του στα υπόλοιπα χωριά του τέως δήμου Λαπαθών.
Το λεωφορείο της γραμμής έχει φτάσει στο Μάνεσι, την πρωτεύουσα του τέως δήμου, χτισμένο σε υψόμετρο 761 μέτρα, βρίσκεται δε στο κέντρο της πεδιάδας της Λαπάτας. Καθώς συνεχίζουμε τη διαδρομή μας για την πόλη των Κυναιθών (τα σημερινά Καλάβρυτα) στα δεξιά μας είναι το χωριό Μπούμπουκα με εκατόν ενενήντα τέσσερις κατοίκους, η Κούτελη με πεντακόσιους τριάντα εννέα κατοίκους, πάντα με τα ιστορικά δεδομένα του 1900 και με πληροφοριοδότες μας τον Παπανδρέου και τον Κορύλλο.
Το επόμενο χωριό στα δεξιά του δρόμου είναι το Ασάνι με διακόσιους επτά κατοίκους, το Φλάμπουρα με εκατόν ενενήντα δύο κατοίκους και το Σαρδί με εβδομήντα έναν κατοίκους. Εδώ υπήρχε το 1900 μεγάλο αγρόκτημα διακοσίων στρεμμάτων ποτιστικό της οικογένειας των Ζαΐμηδων.
Στη συνέχεια του ταξιδιού μας δεξιά είναι η Τρεκλίστρα, που πρωτοσυναντήσαμε, και αριστερά τα τελευταία χωριά του δήμου Λαπαθών η Άνω και η Κάτω Γουμένιτσα με τετρακόσιους σαράντα έξι και πεντακόσιους εβδομήντα τέσσερις κατοίκους, αντίστοιχα.
Τέλος, για τα δύο τούτα κεφαλοχώρια του δήμου Λαπαθών ο Γ. Παπανδρέου γράφει: «Του ιερού αγώνος μετέσχον εκ Γουμενίτσης οι Αθ. Καφούσιας, Χριστογιάννης, Ιωάννης Μαυρούλιας, Κρητικός ή Οικονομόπουλος, Μαρίνος και άλλοι˙ κατά παράδοσιν δε εν τω Τρανό Λόγγω, ένθα νυν είναι το αναθεμάτισμα, σωρός δηλ. λίθων ριφθείς εις ανάθεμα των μη συντρεχόντων (βοηθούντων) τον αγώνα, επολέμησαν οι Γουμενιτσάνοι τους εκ Καλαβρύτων εξορμήσαντας Τούρκους και εφόνευσαν πάντας και έθαψαν εκεί όπου νυν καλείται η θέσις Τουρκόμνημα».
Ανιστορώντας και περιγράφοντας τον τέως δήμο Λαπαθών μπήκαμε στα όρια του δήμου Καλαβρύτων, όπου υπάγονταν, στην εποχή που υπήρχαν οι δήμοι, μόνο τέσσερα χωριά και η ιστορική Μονή της Αγίας Λαύρας.
Δεξιά, αριστερά και μπρος μας, καθώς το λεωφορείο διασχίζει τον καλαβρυτινό κάμπο-οροπέδιο, ξετυλίγεται τούτη την εποχή ένα εξαίσιο θέαμα, χάρμα οφθαλμών. Αγάλλεται η ψυχή μας με την ομορφιά της φύσης που κανείς καλλιτέχνης δε θα μπορούσε ποτέ να αποδώσει πιστά στον καμβά του. Ένα πράσινο πανόραμα με χιλιάδες σχέδια απλώνεται πέρα – πέρα ως τα ριζά των βουνών.
Ο γράφων τις φτωχές και απέριττες περιγραφές τούτου του οδοιπορικού δε δύναται να περιγράψει το μεγαλείο της φυσικής ομορφιάς που απλώνεται μπροστά του. Γι’ αυτό θα δώσει τη συνέχεια σε μεγάλο και σοφό συγγραφέα περασμένου αιώνα για να περιγράψει τα θαυμάσια της δημιουργίας, όπως τα έβλεπε και τα ζούσε στην εποχή του: «Η χλόη! Τι ταύτης ευτελέστερον, αφού αδιαφόρως όλοι μας την ποδοπατούμεν; Και όμως αυτή αποτελεί την δασύμαλλον χλαίναν της γης, κανείς δε τάπης περσικός δε δύναται να ανθαμιλληθή (δηλ. να συναγωνιστεί) προς το επίστρωμα, διά του οποίου κατέστρωσεν ο Ύψιστος τας μεγάλας αυλάς και αιθούσας των πεδιάδων και των λειμώνων. Η στιλβηδών της (το γυάλισμά της) είναι ανωτέρα πάσης ταινίας μεταξίνης. Η τέχνη της υπερβαίνει τας ανθρωπίνας στρωμνάς. Η μαλθακότης της είναι τι πλέον των αναπαυτικών μας ανακλίντρων (καθισμάτων). Η ευγένειά της είναι μεγάλη, αφού μεθ’ όλην την φαινομενικήν της σμικρότητα, ευρίσκεται εις συγκοινωνίαν με τον μέγαν υφαντήν, τον ήλιον. Το χρώμα, με το οποίον ο Θεός έβαψε την χλόην, δεν είναι ούτε λευκόν, διά να μη κουράζωνται επ’ αυτόύ οι οφθαλμοί μας, ούτε μέλαν διά να μη μας διεγείρη πένθημα συναισθήματα. Αλλ’ είναι μέσον τι μεταξύ των δύο τούτων, το πράσινον, το οποίον τόσον πολύ εις την όρασίν μας ευαρεστεί. Και ενταύθα δε πάλιν δεν έχομεν την μονοτονίαν χρωματισμού στασίμου, αλλά τας πολυειδείς εκείνας του πρασίνου διακυμάνσεις, με τας οποίας ποτέ το όμμα μας δεν κορέννυται (δεν παθαίνει κορεσμό), και μάλιστα όταν επί της τοιαύτης βάσεως, ως επί ατλαζίου, προβάλλουν αι ανεμώναι και οι μαργαρίται και αι ηδυπνοΐδες και τα λοιπά αγριολούλουδα, με τα οποία κεντά η καλλιτέχνις φύσις καλλιτεχνικώτατα το θαυμάσιόν της εργόχειρον».
Και ο λυρικότατος συγγραφέας με τη θαυμάσια πένα του συνεχίζει: «Από της αφελούς χλόης μεταβαίνομεν εις τα παμποίκιλα, πολύοσμα και πολυέραστα άνθη. Ο Θεός έπλασε τα όρη διά να δείξη την ισχύν του. Έπλασε τον ήλιον, διά να δείξη την καλλονήν του. Έπλασε τους ουρανούς, διά να δείξη την πανταχού παρουσίαν του. Έπλασε τα πολύτιμα μέταλλα, δια να δείξη τον πλούτο του. Έπλασε τα ηφαίστεια και τους κεραυνούς, δια να δείξη την μέλλουσαν φοβεράν δικαιοκρισίαν του. Έπλασε τέλος τα άνθη, διά να μας είπη ότι μας αγαπά. Δρέπομεν εν άνθος και το προσφέρομεν εις το ον το πεφιλημένον. Εστόλισε τον βίον μας απ’ αρχής μέχρι τέλους με άνθη διά να μας υπενθυμίζει πάντοτε την αγάπην του. Παίδες, κυλιόμεθα εις τα άνθη των αγρών. Νεάνιδες και νεανίαι, με άνθη κοσμούμεν τα στήθη, ως με το ωραιότερον έμβλημα της αγνείας και της νεότητος. Νυμφευόμεθα και ανθοδέσμας μας προσφέρουν οι φίλοι. Ασθενούμεν και άνθη τοποθετούν παρά την κλίνην μας. Αποθνήσκομεν και στεφάνους καταθέτουν επί του μνήματός μας. Τα άνθη είναι το «Αμήν» εις την ιεράν λειτουργίαν της δημιουργίας».
Αυτά προσφέρει στο βασιλιά της δημιουργίας, τον άνθρωπο, τούτη η καταπράσινη πεδιάδα που την απολαμβάνουμε σήμερα εμείς σ’ αυτή την αξέχαστη διαδρομή. Και τα προσφέρει χιλιάδες τώρα χρόνια σ’ όλους τους ανθρώπους η μητέρα γη, αρκεί εμείς οι άνθρωποι να εμβαθύνουμε μελετώντας τα θαυμάσια της δημιουργίας.

 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού