ΔΗΜΟΣ ΠΑΪΩΝ - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

ΔΗΜΟΣ ΠΑΪΩΝ

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
ΔΗΜΟΣ ΠΑΪΩΝ
Αφήνοντας πίσω μας το δήμο Ψωφίδας ταξιδεύουμε μέσα σε δάση και εύφορες κοιλάδες με προορισμό τη Στρέζοβα, τη σημερινή Δάφνη, τη μεγαλύτερη κωμόπολη της επαρχίας Καλαβρύτων και πρωτεύουσα του τέως δήμου Παΐων με 1802 κατοίκους το 1906. Είναι χτισμένη πάνω σε μικρό οροπέδιο και σε υψόμετρο 730 μέτρα.

Η Δάφνη έχει ιστορία 600 χρόνων περίπου. Δυο φορές την έχει πυρπολήσει ο Ιμπραήμ και από όλα τα σπίτια σώζεται μόνο ένα από τότε, το οποίο ονομάζεται εθνικό (δηλαδή ήταν τσιφλίκι τουρκικό και όλες οι ιδιοκτησίες των Τούρκων, όταν αυτοί έφυγαν, ονομάστηκαν εθνικές). Πριν τον αγώνα κατοικούσε σ’ αυτό ο αγάς Μουκαπελετζής, που διατηρούσε εδώ μια στρατιωτική δύναμη 60 ανδρών. Τους μεν 30 διέθετε για τη φρουρά της οικίας του και των υπαρχόντων του, τους δε άλλους 30 τους έστελνε στον πόλεμο. Ο Γ. Παπανδρέου γράφει: «Εν Στρεζόβη από του 1901 λειτουργεί άριστα και ο «Γεωργικός Σύλλογος Παΐων» προς ενίσχυσιν της γεωργίας, δενδροφυτείας και κτηνοτροφίας, διανέμων δωρεάν σπόρους μεταξοσκώληκος και μωρεόδενδρα προς εμφύτευσιν και άλλας προόδους επιτελών τη ακαμάτω ενεργεία των μελών αυτού».

















Και ο Καλαβρυτινός γυμνασιάρχης στο βιβλίο του «Καλαβρυτινή Επετηρίς» συνεχίζει: «Την πολίχνην κοσμούσιν οι δύο μεγαλοπρεπείς ενοριακοί ναοί, ο της Αγίας Τριάδος εν τω μέσω εγκαινιασθείς τω 1872 με πελεκητούς λίθους και ο του Αγίου Χαραλάμπους επί ραχέως εν τη κορυφή της πολίχνης. Η Στρέζοβα νυν (το 1906) έχει 16.000 αιγοπρόβατα, 5.000 χοίρους, 1.800 βόας ίππους, όνους και ημιόνους 600 και παράγει ετησίως 60.000 κιλά δημητριακών καρπών. Έχει υδρομύλους εν όλω 7 κινουμένους υπό των υδάτων του Παΐου, εν ταις όχθες του οποίου κείνται. Αμέσως προ του ιερού αγώνος η Στρέζοβα ήτο τσιφλίκιον του εκ Τριπόλεως Ασήμ αγά έχοντος και εν Μοστιτσίω κτήματα φονευθέντος άνω της Χόβολης».
Δυτικά από την πρωτεύουσα του τέως δήμου Παΐων είναι η Νάσια με 199 κατοίκους, οι οποίοι φαίνεται ότι είναι απόγονοι της παραλαδωνείου πολίχνης των Νασών. Το χωριό έχει αρκετά νερά και είναι κατάφυτο από κήπους και οπωροφόρα δέντρα, οι δε κάτοικοί του ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία.
Επί τουρκοκρατίας οι Νασιοί και το γειτονικό Βεσίνι ήταν τσιφλίκια του Μουρτεζάγα ή Φειδά, ενός πλουσίου με πολλά παιδιά˙ το δε αρχοντικό του βρισκόταν εκεί που χτίστηκε ο σημερινός ενοριακός ναός του αγίου Δημητρίου.
Ανεβαίνοντας για το Σκούπι συναντήσαμε το Βεσίνι χτισμένο πάνω σ’ ένα οροπέδιο που μοιάζει με εξώστη έχοντας θέα προς τα βόρεια την πεδιάδα του Σκουπίου και προς ανατολάς την παραποτάμια κοιλάδα της Πάου. Είχε 362 κατοίκους και υψόμετρο 900 μέτρα, το δε χειμώνα επικρατεί πολύ ψύχος λόγω του ύψους αλλά και της τοποθεσίας, διότι είναι εκτεθειμένο σε όλους τους ανέμους. Εδώ οι γυναίκες υφαίνουν τους ωραίους μάλλινους τάπητες, οι οποίοι είναι πολύ εμπορεύσιμοι.
Σε λίγο φτάσαμε στο Σκούπι σε υψόμετρο 850 μέτρα. Είχε 567 κατοίκους το 1906, κατά τον Γ. Παπανδρέου, ο οποίος μεταξύ άλλων για τούτο το χωριό γράφει: «Το Σκούπι δεν είναι αρχαιότερον των 200 ετών εν τη νυν θέσει, διότι πρότερον το χωρίον ήτο αλλαχού της περιφερείας αυτού, ως εν Αζανιάδι είρηται. Εν τη περιφερεία αυτού κατά την νυν θέσιν Σκουπίτσιον έκειτο η αρχαία πόλις Πάος (απ’ όπου πήρε και το όνομα ο τέως δήμος Παΐων).
Κατά δε τον ιερόν αγώνα επί των επιδρομών του Ιμβραήμ οι Σκουπιώται εκρύπτοντο εν τοις πέριξ βουνοίς, τότε κεκελυμμένους υπό πυκνοτάτων δασών, εκ δε των τότε υπαρχουσών 25 μόνο οικιών εκάησαν υπό στρατιωτών του Ιμβραήμ κατά Σεπτέμβριον του 1827 αι 15 και εσώθησαν αι εν τω κέντρω 10 των Λεκαίων (μιας πολυκλάδου εν αυτώ οικογενείας) και των εγγύς αυτών τη συστάσει του οδηγού Τούρκου φίλου των Λεκαίων.
Εν Σκουπίω τέλος από αγνώστων χρόνων εντός σκληροτάτου βράχου προς ανατολάς βλέποντας καθέτου και αποτόμου του βουνού του αγίου Αθανασίου υπήρχεν εντός οπής δυσπροσιτωτάτης ναΐδριον της Θεοτόκου μετά ζωγραφιών αρχαίων και αρχαίας εικόνος κατά το πλείστον κατεστραμμένης ήδη˙ ο ναΐσκος ούτος πρότινος εμεγαλύνθη και δι’ οδού επί του βράχου πολυτελούς και κομψής εκοσμήθη και εκαλλύνθη υπό των κατοίκων, θαυματουργή δε θεωρουμένη η εικών Παναγίας της Σκουπιώτισσας συχνάζεται πολύ υπό των πέριξ χωρίων και πανηγυρίζεται τη 15 Αυγούστου˙ η εν τω βράχω λοιπόν αρχαιοτάτη αύτη εικών μετά του ναΐσκου εχρησίμευσεν, ως φαίνεται, ως αφετηρία της κτίσεως χαμηλότερον εν τη πεδιάδι του Σκουπίου της βυζαντινής μονής της Καθολικής παρά την ομώνυμον θέσιν, τελείως ήδη ηρειπωμένης. Εσχάτως δε περί τον άγιον Ανδρέα ανεσκάφησαν κεφαλαί κορών πήλιναι καλής βυζαντινής τέχνης επιβεβαιούσαι την παράδοσιν ότι εκεί ήτο πάλαι βυζαντινή μονή».
Αυτές τις πληροφορίες μάς έδωσε ο Παπανδρέου για το Σκούπι και τώρα φεύγουμε για τα δυο τελευταία χωριά του δήμου Παΐων.
Το πρώτο χωριό λοιπόν είναι το Τσαρούχλι με 222 κατοίκους. Οι κάτοικοι ήταν εντελώς αγράμματοι, κτηνοτρόφοι και γεωργοί και κατά την πράδοση εγκαταστάθηκαν εδώ από παλαιά από κάποιο χωριό της Κορινθίας. Στα ανατολικά του χωριού στη θέση Μητρόπολη βρέθηκαν τελευταία κεραμικά συντρίμματα και πιθάρια μεγάλα και σιδερένιες ράβδοι σα δόρατα και πάνω στο λόφο σωροί από πέτρες, που δείχνουν τα ίχνη αρχαίου συνοικισμού.
Το τελευταίο χωριό αυτού του δήμου είναι η Μαμαλούκα με 151 κατοίκους. Είναι χτισμένο πάνω στο βουνό Κόκοβα και μοιάζει με μεγάλη φωλιά πουλιών. Οι κάτοικοι ήταν όλοι αγράμματοι γεωργοί και ποιμένες. Έχει απ’ εδώ ψηλά ωραία θέα προς την Κλειτορία, το Λάδωνα και τον κάμπο της Στρέζοβας.
Πριν αναχωρήσουμε, βλέποντας τον κάμπο της Δάφνης μας έρχεται στη μνήμη ένα ωραίο, λαογραφικό ανέκδοτο σαν παραμύθι. Το αντλούμε απ’ το βιβλίο του αρχίατρου του στρατού, Παναγιώτη Παπαδημητρακόπουλου, με τίτλο «Η Δάφνη Καλαβρύτων» (σελ. 617):
Η ΓΟΥΡΟΥΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΡΕΣ
Υπό Ιωάν. Διον. Φωτόπουλου ή Διονυσογιάννη
Κατά αφήγηση Γεωργίας Β. Γιαννακοπούλου – 1974
Την παληά και μακάρια εποχή υπήρξε στη Δάφνη ένας χοιροβοσκός, που ’βοσκε τα ημιάγρια χοιρινά του στο βουνό και τα τάιζε αχλάδια από τις αγριαχλαδιές.
Μια μέρα καθώς έσκαβε με τη μούρη του ένα γουρούνι σ’ ένα χωράφι χέρσο από καιρό, έβγαλε μια λαγίνα με χρυσάφι. Σαν το είδε ο φτωχός χοιροβοσκός πέταξε από τη χαρά του λέγοντας μέσα του:
- Βρε τι τύχη! Ξελάσπωσα πια ο κακομοίρης! Σαν ψοφήση αυτή η γουρούνα θα τη θάψω με … παπά!
Πέρασαν καιροί και χρόνια, ώσπου ψόφησε η γουρούνα… Θέλοντας να εκτελέση την παληά του υπόσχεσι ο χοιροβοσκός, πηγαίνει και καλεί τον ιερέα να κηδέψουν τη γουρούνα…
- Μα αυτό δε στέκεται, παιδί μου… Δεν μπορεί να κάμη η εκκλησία τέτοιο πράγμα… Είναι αντικανονικό… Θα με καθαιρέση ο Δεσπότης…
Βγάζει τότε ο χοιροβοσκός από την τσέπη του είκοσι λίρες, τις δίνει του παπά και λέει:
- Αναλαμβάνω εγώ όλη την ευθύνη, δέσποτα. Θα τα κάμω εγώ καλά με το Δεσπότη… Έλα να κηδέψωμε το … ζωντανό.
Έτσι κι έγινε. Έθαψε και κήδεψε τη γουρούνα ο παπάς. Το ’μαθε όμως ο Δεσπότης κι έστειλε έγγραφο επείγον στον παπά που τον καλούσε σε απολογία. Τρέχει γεμάτος φόβο ο παπάς στο χοιροβοσκό να πάη και να τα κάμη καλά με το Δεσπότη.
- Μην ανησυχείς, παπά μου. Θα την τακτοποιήσω την υπόθεσι. Να ξημερώση αύριο ο Θεός την ημέρα και θα πάμε μαζί οι δυο μας στο Δεσπότη…
Την άλλη μέρα έφυγαν για την επισκοπή. Σαν είδε ο Δεσπότης τον παπά, τον άρχισε στις παρατηρήσεις:
- Πώς τόλμησες να κάμης τέτοια πράξι, αθεόφοβε! Δεν ξέρεις πως οι Κανόνες το απαγορεύουν;
- Δεσπότη μου, δεν μπόρεσα να κάμω διαφορετικά… Το επιχείρημα του ανθρώπου απ’ εδώ ήταν τόσο πιεστικό και πειστικό…
Στρέφεται τότε ο Δεσπότης στο χοιροβοσκό:
- Γιατί, παιδί μου, επίεσες τον ιερέα να κάμη τέτοιο πράγμα, αφού σου είπε ο άνθρωπος πως οι Κανόνες απαγορεύουν τέτοια πράξι;
- Ακούστε, Σεβασμιώτατε, του λέγει ήρεμα ο χοιροβοσκός. Η γουρούνα αυτή θυμήθηκε πολλά ορφανά, πολλές χήρες και πολλούς φτωχούς…
Κι αφού έβγαλε κι έβαλε πάνω στο τραπέζι του Δεσπότη άλλες είκοσι χρυσές λίρες του προσέθεσε:
- Καθώς και την αιδεσιμότη σου…
Και τότε γούρλωσε τα μάτια ο Δεσπότης κι ανεφώνησε:
- Ώστε κι εμένα με θυμήθηκε η καημένη η μακαρίτισσα… Αιωνία της η μνήμη…

 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού