Ο Φαλμεράυερ - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Ο Φαλμεράυερ

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
Ο Φαλμεράυερ και ο Ρώσος στρατηγός Τολστόι γράφουν για το Αίγιο
Έτσι, λοιπόν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες περνούσαν οι Έλληνες τις εκατονταετίες της ρωμαϊκής κυριαρχίας με τις ιδιαίτερες εύνοιες που τους παραχωρούσαν οι αυτοκράτορες της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι συγκλητικοί, οι άρχοντες και οι πλούσιοι έστελναν τα παιδιά τους για σπουδές στην Ελλάδα, για να πλουτίσουν τις γνώσεις τους απ’ τον αρχαίο πολιτισμό της. Ακόμη μετέφεραν στη Ρώμη τα σπουδαιότερα έργα τέχνης που είχαν κατασκευάσει οι ανεπανάληπτοι μύστες του αρχαίου πολιτισμού της.
Και όλα αυτά γίνονταν ως την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που τα πράγματα στην πατρίδα μας πήραν άλλη κατεύθυνση μετά την επικράτηση του χριστιανισμού.
Από το 260 μ.Χ. η ρωμαϊκή αυτοκρατορία άρχισε να κλονίζεται. Οι Πραιτωριανοί αρχίζουν ν’ ανεβάζουν και να καθαιρούν αυτοκράτορες ενώ οι αδιάκοποι εμφύλιοι πόλεμοι έχουν εξασθενήσει τελείως την αυτοκρατορία.
Το 267 μ.Χ. στίφη Γότθων από τη Ρωσία ξεχύθηκαν διά θαλάσσης στο Αιγαίο και λεηλάτησαν τα νησιά, εισέβαλαν στην κυρίως Ελλάδα και ολόκληρη την Αχαΐα, αφού υποδούλωσαν τις αχαϊκές πόλεις Κόρινθο, Άργος, Τεγέα, Σπάρτη, Πάτρα και Αίγιο.
Το 306 μ.Χ. στο ρωμαϊκό κράτος ήταν έξι υποψήφιοι αυτοκράτορες που υποστηρίζονταν από τα διάφορα τμήματα των λεγεώνων τους ο καθένας. Ο επικρατέστερος όλων ήταν ο δόκιμος στρατηγός Κωνσταντίνος ο Χλωρός, ο οποίος προσεταιρίστηκε με τη διακήρυξη που έκανε περί ανεξιθρησκείας όλους τους πολίτες της απέραντης αυτοκρατορίας βάζοντας τέρμα στους διωγμούς των χριστιανών, αφού τις τρεις εκατονταετίες που προηγήθηκαν, θυσιάστηκαν 13 εκατομμύρια μάρτυρες! Επί των διαδόχων του, Ιουλιανού του Παραβάτη και Ουλεντιανού το έτος 365 μ.Χ., μεγάλος σεισμός συγκλόνισε το μεσογειακό τμήμα της αυτοκρατορίας.
Πολλές πόλεις της Ιταλίας, Αιγύπτου, Κρήτης και Πελοποννήσου – μεταξύ των οποίων η Πάτρα και το Αίγιο – καταστράφηκαν. Τα νερά της Μεσογείου αποσύρθηκαν μακριά από τις παραλίες και εγκατέλειψαν πάνω στην άμμο πλήθος ψαριών, οστράκων και πλοίων. Για πρώτη φορά οι άνθρωποι είδαν όρη και κοιλάδες μέσα στη θάλασσα.
Ύστερα από λίγο όμως τα νερά της Μεσογείου επέστρεψαν στη θέση τους με μεγάλη ορμή και κατέστρεψαν τις παραλιακές πόλεις, γράφει ο Στέφανος Θωμόπουλος στην «Ιστορία της πόλεως των Πατρών». Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527 – 565 μ.Χ.) οι αχαϊκές πόλεις, μαζί και το Αίγιο, είχαν έλθει σε άθλια κατάσταση, λόγω της απληστίας και της διαφθοράς των διοικητών, παρά τις αξιέπαινες προσπάθειες του Ιουστινιανού για την εκρίζωση του κακού.
Το 577 διάφορα βαρβαρικά φύλα από την Σκυθία άρχισαν νέες επιδρομές κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Επωφελούμενοι δε της ευκαιρίας του προς τους Πέρσες πολέμου του Βυζαντίου, διάσχισαν ολόκληρη την Ελλάδα καταστρέφοντας και λεηλατώντας τα πάντα, όπως διηγείται ο Ιωάννης ο Εφέσιος στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του.
Τους βάρβαρους τούτους οι Βυζαντινοί ονόμαζαν Σλάβους. Αρχηγοί τους ήταν οι Άβαροι, λαός ποιμενικός και νομαδικός∙ άρχισαν σιγά σιγά και με ομαλή εξέλιξη να αφομοιώνονται με τους Έλληνες, υποστηρίζει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ένας άλλος εκκλησιαστικός ιστορικός, ο Ευάγριος. Ένα τμήμα από αυτούς κατέβηκε στην Πελοπόννησο και υποδουλώνοντας τους ντόπιους εγκαταστάθηκε στον Ταΰγετο.
Τα έτη 805 – 807 μ.Χ. οι Σλάβοι επιτέθηκαν στα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου και κατέλαβαν το Αίγιο στη θέση του οποίου αργότερα βρίσκουμε τη σλαβική Βοστίτσα, γράφει ο Γερμανός ιστορικός Χέρτεμπεργκ.
Την ίδια εποχή οι Σλάβοι βοηθούμενοι από τους Σαρακηνούς πειρατές πολιορκούν την πόλη των Πατρών. Τότε διηγείται ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος σε μια ωραία και γλαφυρή περιγραφή ότι «οι Πατρείς βοηθούμενοι από τον προστάτην της πόλεώς των, Απόστολον Ανδρέαν, όστις εθεάθη επί λευκού ίππου μαχόμενος επικεφαλής των αμυνομένων, οι οποίοι έτρεψαν εις φυγήν τους βαρβάρους».
Ο Νικηφόρος το 810 επωφελήθηκε από τη νίκη αυτή, υπέταξε τους Σλάβους και άρχισε να εποικίζει την ερημωμένη Πελοπόννησο με ελληνόγλωσο πληθυσμό, που μετέφερε από τα άλλα μέρη της Ελλάδας, οπότε και το Αίγιο βρήκε γρήγορα τον ελληνικό χαρακτήρα του, ταυτόχρονα όμως απέκτησε και δεύτερο όνομα, το σλαβικό «Βοστίτσα».
Στο πολυθρύλητο αυτό ιστορικό ζήτημα ο Γερμανός θεολόγος, ιστορικός και περιηγητής Φαλμεράυερ, στηριζόμενος σε μερικά αμφιβόλου γνησιότητος χειρόγραφα και κυρίως σε μια επιπόλαια επιστολή του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, οποίος όπως είναι γνωστό μισούσε τους Πελοποννήσιους για την ανυπακοή τους και το εκδηλούμενο πνεύμα ανεξαρτησίας και αυτοδιοίκησης, που ήταν κληρονομιά της αρχαίας Αχαϊκής Συμπολιτείας, διαμόρφωσε την περίφημη θεωρία του «περί εκσλαβισμού της Ελλάδος».
«Οι Σλάβοι δεσπόσαντες επί 220 έτη της Πελοποννήσου εξαφάνισαν τον ελληνικόν αυτής χαρακτήρα εξαφανισθέντος του μεγαλυτέρου τμήματος της αρχαίας φυλής», ισχυρίζεται ο μισέλληνας Φαλμεράυερ.
Όμως άλλος Γερμανός ιστορικός, ο Κάρολος Χοπ στη σπουδαία μελέτη του «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι» διαψεύδει τον συμπατριώτη του Φαλμεράυερ γράφοντας ότι «οι Σλάβοι παρέμειναν από το 750 ως το 807 κι όχι από το 589 ως το 807. Η Αχαΐα προφυλασσόμενη ένθεν υπό των Πατρών εκείθεν δε υπό της Κορίνθου, παρέμεινεν Ελληνίς και το Αίγιον αμόλυντον από την βαρβαρικήν επιδρομήν».
Ο Άγγλος Μίλερ, εθνολόγος και ιστορικός της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, παραδέχεται την ύπαρξη Σλάβων στην Πελοπόννησο, αρνείται όμως ότι η παρουσία ολίγων επιδρομέων ήταν ικανή ν’ αλλοιώσει το φυλετικό χαρακτήρα της χώρας.
Τα αίτια τα οποία παρακίνησαν τον Φαλμεράυερ να γράψει τέτοια τερατουργήματα οφείλονται στην επιρροή του φίλου του και συνταξιδιώτη του Ρώσου μεγιστάνα, Όστερμαν Τολστόι.
Από το 1831 μέχρι το 1834 και κατόπιν το 1840 περιηγήθηκε συνοδευόμενος διαρκώς από τον Ρώσο στρατηγό Τολστόι διάφορες χώρες της Ανατολής και κυρίως την Ελλάδα.
Όταν επέστρεψε στη Γερμανία δημοσίευσε στην Στουτγκάρδη τα δύο βιβλία του «Ιστορία της Χερσονήσου του Μωρέα κατά τον Μεσαίωνα» και «Περί της καταγωγής των Νεοελλήνων».

 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού