I.Μ. Ταξιαρχών - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

I.Μ. Ταξιαρχών

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
Η προσφορά της Μονής Ταξιαρχών στον αγώνα του 1821
Αφού πέρασε λίγος χρόνος μετά τα Ορλωφικά γεγονότα και ησύχασε κάπως η επαναστατημένη ατμόσφαιρα ο διασωθείς ηγούμενος Θεοφάνης και οι τρεις μοναχοί ξαναγύρισαν στο μοναστήρι τους, το οποίο βρήκαν σε σωρούς από ερείπια και στάχτη.
Παρά την απελπιστική αυτή κατάσταση αποφασίζουν και πάλι να το ξαναδημιουργήσουν και να περιμαζέψουν την περιουσία του. Κατ’ αρχήν εμάζεψαν ό,τι υλικό είχε απομείνει και το κατέγραψαν στον Κώδικα της Μονής και κατά το έτος 1782 άρχισαν τη ριζική ανακαίνιση του ναού και των κελιών. Στο δύσκολο αυτό έργο βοήθησαν οι μοναχοί από τα μετόχια της Μονής, οι οποίοι έκαναν περιοδείες στο εσωτερικό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, απ’ όπου συγκέντρωσαν όχι μόνο χρήματα αλλά και άγια λείψανα και κειμήλια με τα οποία πλούτισαν το μοναστήρι. Σε μια τέτοια περιοδεία του στην Ήπειρο ο μοναχός Προκόπιος κατόρθωσε να πληροφορηθεί πού βρισκόταν ο χρυσοκέντητος Επιτάφιος που είχε αρπάξει ο Τουρκαλβανός διοικητής και τελικά τον εξαγόρασε και τον έφερε πάλι στο μοναστήρι.
Η ανακαίνιση έγινε προοδευτικά και σε διάφορες εποχές και κόστισε 27.000 γρόσια, όπως μας πληροφορεί η σχετική εγγραφή του Κώδικα της μονής.
Με πατριαρχικά σιγίλια και γράμματα των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου, Σωφρονίου, Ιερεμίου και Διονυσίου είχε ανακηρυχθεί Πατριαρχικό Σταυροπηγιακό Μοναστήρι αδούλωτο και ακαταπάτητο.
Το προνόμιο τούτο ανανεώθηκε με μολυβδόβουλο Πατριαρχικό γράμμα του Γρηγορίου Ε’ χρονολογίας 1797. Το μολυβδόβουλο αυτό γράμμα είναι γράμμα είναι γραμμένο σε μεμβράνη και φέρει βούλα, διαμέτρου 6 εκατοστών, η οποία από τη μια μεριά εικονίζει τη Θεοτόκο και από την άλλη έχει την επιγραφή: «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΟΙΚ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΨΑΖ (1797)». Με τούτο το σιγίλιο ο ηγούμενος της μονής κατά τις επίσημες εορτές μπορεί να φοράει μανδύα και να κρατά πατερίτσα.
Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική περικοπή του σιγιλίου: «Έχων και το προνόμιον κατά την Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν, ώστε κατά καιρούς εν αυτώ ηγούμενος εν τοις εορτασίμοις ημέραις φορείν επ’ εκκλησίαις μανδύαν προχειριζόμενον και πατερίτσαν…». Το προνόμιο αυτό διατηρείται και σήμερα και ο ηγούμενος των Ταξιαρχών στις επίσημες εορτές φοράει αρχιερατικό μανδύα και κρατά πατερίτσα.
Όπως αναγράφεται στον κώδικα της μονής, υπήρξε εποχή κατά την οποία το μοναστήρι ήταν πολύ πλούσιο σε κτήματα, ελαιώνες, μετόχια και μοναχούς. Σε μια περίοδο ακμής του είχε 16 μετόχια σε πολλές περιοχές της Ελλάδας όπως στην Αιγιαλεία, Αχαΐα, Ηλεία, Φθιώτιδα, Αθήνα, Σμύρνη και Κων/πολη. Την περίοδο αυτή είχε 170 μοναχούς!
Σήμερα έχασε όλα αυτά τα μετόχια, διότι συν τω χρόνω εγκαταλείφθηκαν λόγω ελλείψεως μοναχών και διατηρεί μόνο κτήματα και άλλα ακίνητα στο Αίγιο και στην Αθήνα.
Στα χρόνια της σκλαβιάς το μοναστήρι τούτο δεν έπαψε παντοιοτρόπως να παρέχει τη συνδρομή του και τις εθνικές του εκδουλεύσεις στο δουλωμένο γένος. Οι πόρτες του παρέμεναν πάντα ανοιχτές στον πεινασμένο ραγιά, που κατέφευγε εκεί για να βρει άσυλο και συνδρομή.
Και δεν πρόσφερε απλώς τη συνδρομή του στον αγώνα αλλά και τροφές, μπαρουτόβολα και χρήματα ακόμη και τους μοναχούς του στη θυσία. Στα χρόνια των παραμονών της Επαναστάσεως στο μοναστήρι αναπτύχθηκε μια εστία από μοναχούς που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία από το μοναχό Παφνούτιο Ρούβαλη, ο δε ηγούμενος Σάββας ελάμβανε πάντα μέρος στις συσκέψεις των προκρίτων και οπλαρχηγών της Βοστίτσας. Αργότερα κατά την επανάσταση οι δυο μοναχοί αυτοί συγκρότησαν ένοπλη ομάδα από τους φύλακες του μετοχίου της Μανωλάδας μαζί με άλλους Μανωλαδίτες και υπό την αρχηγίαν του Αριστείδη Παπασταθόπουλου έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες κατά των Τούρκων.
Το ίδιο έκαναν και άλλοι μοναχοί της μονής, οι οποίοι μαζί με άλλους Αιγιώτες ετέθησαν υπό τις διαταγές του Ανδρέα Λόντου, ορκίστηκαν από τον Δεσπότη Γερμανό, έλαβαν μέρος στη μάχη της Ακράτας και του Πλατάνου όπως και στις επιδρομές που έγιναν κατά της μονής. Τρεις φορές κατά την περίοδο της Επαναστάσεως οι Τούρκοι επιτέθηκαν εδώ στους Ταξιάρχες, διότι το μοναστήρι είχε μετατραπεί σε αποθήκη πυρομαχικών και σε νοσοκομείο για τους τραυματίες. Την πρώτη φορά το 1821 ήλθε ο Κεχαγιάμπεης αλλά ο Ανδρέας Ζαΐμης με λίγους πολεμιστές έδωσε μάχη στη Βόβοδα κι έσωσε τους Ταξιάρχες.
Τη δεύτερη φορά έδωσαν μάχη στην Κουνινά Αιγίου οι οπλαρχηγοί Λεχουρίτης και Φεϊδόπουλος, όπου προξένησαν μεγάλη καταστροφή στον εχθρό κι έτσι σώθηκε το μοναστήρι για άλλη μια φορά.
Την Τρίτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1827 η μονή κινδύνεψε και πάλι διότι 8000 Τούρκοι υπό τον Αχμέτ Αγά οδηγούμενοι από τον προδότη και τουρκοπροσκυνημένο Νενέκο κινήθηκαν κατά του μοναστηριού. Ευτυχώς όμως που κι αυτή τη φορά το μοναστήρι σώθηκε ύστερα από σκληρές μάχες, που έδωσαν κατά του εχθρού στα υψώματα της Καυκαριάς, οι οπλαρχηγοί Πλαπούτας, Πετμεζάς, Φωτομάρης και Μελετόπουλος.
Εκτός από την υλική βοήθεια και το μοναχικό αίμα η μονή πρόσφερε στον αγώνα και χρήματα πολλά. Το 1821 έδωσε 4.900 γρόσια, το 1822 8.000 γρόσια, το 1823 8 οκάδες ασήμι και το 1824 2.500 γρόσια.
Στο αρχείο της μονής υπάρχουν πολλές αποδείξεις που μαρτυρούν περί της χρηματικής εισφοράς των Ταξιαρχών. Υπάρχει ακόμα και έγγραφο του Μινιστέρου (υπουργού) Οικονομικών που διαβεβαιώνει την παραλαβή ασημιού από τη μονή, το οποίο γράφει:
«Προς τον εξοχώτατον Μινίστερον της Θρησκείας
Εν Κορίνθω Μαΐου 1822
Ειδοποιείται το Μινιστέριον της Θρησκείας ότι οι κύριοι Πατέρες του Μεγάλου Ταξιάρχου παρέδωκαν εις το Εθνικόν Ταμείον ασήμι καλής ποιότητος οκάδες τέσσερες ήμισυ Νο 4 ½ εκτιμηθέν εις γρόσια 990 αντί 22,40 το δράμι και τρεις οκάδες και δράμια 370 Νο 3370/400 κατωτέρας ποιότητος εκτιμηθέν εις γρόσια εξακόσια είκοσι οκτώ Νο 628 ανά 16,40 το δράμι, όλον δηλονότι οκάδες οκτώ και δράμια 170 εκτιμηθέντα ομού εις την όλην ποσότητα γρόσια χίλια εξακόσια δέκα οκτώ…»

 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού