Κερύνεια, Βούρα, Αιγείρα - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Κερύνεια, Βούρα, Αιγείρα

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
Ταξιδεύουμε για Κερύνεια, Βούρα, Αιγείρα
Και τώρα θ’ αφήσουμε την ωραία και παραδεισένια τούτη περιοχή μεταξύ του ποταμού Σελινούντα και Κερυνίτη, που κάποτε έσφυζε από ζωή και πλούτη, την πάλαι ποτέ θρυλική και μυθοποιημένη Ελίκη. Σήμερα στον καταπράσινο κάμπο της είναι τα χωριά Βαλιμίτικα και Νικολέικα, που οι νεότεροι κάτοικοί τους είναι άποικοι, αφού μετά την επανάσταση κατέβηκαν απ’ την επαρχία Καλαβρύτων.
Προχωρούμε, λοιπόν, πάντα ανατολικά της Ελίκης και πάλι με οδηγό μας τον Παυσανία, που θα είναι ο πληροφοριοδότης μας, παίρνουμε το δρόμο για μια άλλη πόλη για την οποία γράφει:
«Μετά δε την Ελίκη θα γυρίσης από τη θάλασσα προς τα δεξιά και θα φτάσης στην πολίχνη Κερύνειαν. Είναι δε χτισμένη πάνω σε όρος από πάνω από τη λεωφόρο και το όνομά της το έδωκε ή εντόπιος βασιλεύς ή ο ποταμός Κερυνίτης, ο οποίος ρέοντας από την Αρκαδία (η Αρκαδία τότε επεκτείνετο σ’ όλη την επαρχία Καλαβρύτων) και από το όρος της Κερυνείας, περνά από τη χώρα των Αχαιών που κατοικούν σ’ αυτό το μέρος. (Η αρχαία Κερύνεια ήταν περί τα πέντε χιλιόμετρα ψηλότερα απ’ το σημερινό χωριό Μαμουσιά.) Σ’ αυτούς ήρθαν από δυστυχία συγκάτοικοι από την Αργολίδα. Επειδή δηλαδή οι Αργείοι δεν μπορούσαν να κυριεύσουν εξ αιτίας της ισχυρότητός της τα τείχη των Μυκηνών, γιατί είχαν κατασκευασθή κατά τον ίδιο τρόπο με τα τείχη της Τίρυνθος από τους ονομαζόμενους Κύκλωπας, οι Μυκηναίοι εγκατέλειψαν εξ ανάγκης την πόλιν, επειδή τους έλειψαν τα τρόφιμα, και άλλοι μεν απ’ αυτούς κατέφυγαν στας Κλεωνάς, πλέον δε του μισού από τους κατοίκους κατέφυγαν στη Μακεδονία προς τον Αλέξανδρο, στον οποίο ο Μαρδόνιος, ο γυιος του Γωβρύα ανέθεσε ν’ ανακοινώσει την αγγελία του στους Αθηναίους∙ οι δε άλλοι κάτοικοι ήρθαν στην Κερύνεια, η οποία έγινε και ισχυρότερη από την πληθώρα των κατοίκων και στους μετέπειτα χρόνους επιφανέστερη λόγω της συγκατοικήσεως των Μυκηναίων».
Στην Κερύνεια υπάρχει ναός των Ευμενίδων και λένε ότι τον ίδρυσε ο Ορέστης. Οποιοσδήποτε δε ένοχος για φόνο ή για άλλο αμάρτημα ή και ασεβής έλθει εδώ για να δει αμέσως λένε ότι θα παραφρονήσει από τρόμο και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η είσοδος στον καθένα.
Τα μεν αγάλματα λοιπόν κατασκευασμένα από ξύλο δεν είναι μεγάλα κατά το μέγεθος, στην είσοδο δε του ναού υπάρχουν αγάλματα γυναικών κατασκευασμένα από λίθο καλής τέχνης. Από τους εντόπιους λεγότανε ότι οι γυναίκες υπήρξαν ιέρειες των Ευμενίδων.
Αφού γυρίσουμε στη λεωφόρο από την Κερύνεια και οδοιπορήσουμε, όχι για πολύ, θα στρίψουμε προς Βούρα από τη θάλασσα∙ η Βούρα δε είναι χτισμένη πάνω σε όρος.
Λένε ότι η πόλη πήρε το όνομα από μια γυναίκα Βούρα και ότι αυτή ήταν κόρη του Ίωνα, του γιου του Ξούθου και της Ελίκης. Όταν ο Θεός εξαφάνισε από τους ανθρώπους την Ελίκη, τότε και στη Βούρα συνέβη ισχυρός σεισμός, ώστε ούτε τα αγάλματα τα παλαιά δεν περισώθηκαν στους ναούς. Όσοι δε τότε έτυχε να λείπουν ή σε εκστρατεία ή από άλλη αιτία, μόνο αυτοί σώθηκαν από τους Βουρέους και έγιναν οικιστές της Βούρας. Εδώ υπάρχει ναός της Δήμητρας, άλλος της Αφροδίτης και του Διονύσου και άλλος της Ειλειθυίας.
Τα αγάλματα είναι από πεντελικό μάρμαρο, έργα του Αθηναίου Ευκλείδη. Η Δήμητρα είναι ντυμένη με εσθήτα. Έχει ιδρυθεί δε και ναός της Ίσιδας.
Αφού κατεβούμε από τη Βούρα κατευθυνόμενοι προς τη θάλασσα υπάρχει ο ποταμός Βουραϊκός ή Ηρακλής, όχι πολύ μεγάλος βρισκόμενος μέσα σε σπήλαιο. Ονομάζεται και αυτός Βουραϊκός, υπάρχει δε μαντείο που ενεργεί με πίνακα και αστραγάλους. Εκείνος που θέλει δηλαδή να λάβει χρησμό από το Θεό, προσεύχεται μπροστά στο άγαλμα. Μετά δε την προσευχή παίρνει αστραγάλους. Άφθονοι από αυτούς βρίσκονται κοντά στον Ηρακλέα, από τους οποίους αφήνει πάνω στο τραπέζι τέσσερις. Σ’ όλους τους αστραγάλους υπάρχει επάνω κάποιο σημάδι, του οποίου η έννοια εξηγείται στον πίνακα. Ο κατ’ ευθείαν δρόμος στον Ηρακλέα είναι περίπου τριάντα στάδια από την Ελίκη.
Αφού περάσουμε τον Ηρακλέα (= Βουραϊκός ποταμός) φτάνουμε στην εκβολή ενός ποταμού, ο οποίος αστείρευτος κατεβαίνει από ένα αρκαδικό όρος. Ονομάζεται δε και ο ίδιος ο ποταμός Κράθις, όπως και το μέρος του όρους , όπου υπάρχουν οι πηγές του ποταμού. Από την Κραθίδα αυτή ονομάστηκε και ο ποταμός κοντά στον Κρότωνα της Ιταλίας. Είχαν εκεί αποικία οι Αχαιοί κάτοικοι της Ελίκης και του Αιγίου. Λένε ότι η πόλη αυτή ερημώθηκε ύστερα από καιρό εξαιτίας ασθενειών που εξόντωσαν τους κατοίκους. Για τις Αιγές αυτές και ο Όμηρος έκανε μνεία στους λόγους της Ήρας. «Αυτοί δε στην Ελίκη και στας Αιγάς κομίζουν δώρα», επειδή, όπως φαίνεται, ο Ποσειδώνας είχε τιμές εξίσου και στην Ελίκη και στις Αιγές.
Όχι πολύ μακριά από την Κραθίδα βρίσκεις στα δεξιά του δρόμου μνήμα, όπου θα δεις στη στήλη του μια ζωγραφιά – αμυδρώς διατηρημένη – έναν άνδρα που στέκεται δίπλα σ’ ένα άλογο.
Στον ονομαζόμενο δε Γαίο, η απόσταση από τον τάφο είναι περίπου τριάντα στάδια. Ο δε Γαίος είναι ναός της Γης με την επωνυμία Ευρυστέρνου.
Υπάρχει μάλιστα ξόανο από τα πιο παλιά. Η γυναίκα η οποία αναλαμβάνει εκάστοτε την ιερωσύνη, υποχρεούται από την είσοδό της στο αξίωμα να μένει αγνή και προηγούμενα πρέπει να έχει γνωρίσει παρά έναν μόνο άνδρα.
Υποβάλλονται σε δοκιμασία πίνοντας αίμα ταύρου. Όποια από τις γυναίκες τύχαινε να μην πει την αλήθεια, έπαιρνε αμέσως την τιμωρία από τη δοκιμασία. Αν δε, διαμφισβητήσουν περισσότερες γυναίκες για την ιερωσύνη, προτιμάται εκείνη που θα ορισθεί με τον κλήρο.
Το επίνειο της Αιγείρας, που βρισκόταν στην τοποθεσία της παραλίας που λέγεται Μαύρα λιθάρια, έχει το ίδιο όνομα με την πόλη. Προς το επίνειο, λοιπόν, της Αιγείρας η απόσταση είναι εβδομήντα δύο στάδια από τον Ηρακλέα, ο οποίος είναι κοντά στο δρόμο για το Βουραϊκό.
Κοντά στη θάλασσα δεν υπάρχει τίποτε το αξιομνημόνευτο για τους Αιγειράτες. Ο δρόμος από το επίνειο προς την απάνω πόλη είναι δώδεκα στάδια. Ονομάζεται δε στα ομηρικά έπη Υπηρεσία. Το σημερινό όνομα το πήρε ως εξής: Όταν κατοικούσαν οι Ίωνες στη χώρα τους επρόκειτο να επιτεθεί ο εχθρικός στρατός των Σικυωνίων. Αυτοί επειδή νόμιζαν ότι δεν ήταν ικανοί να πολεμήσουν με τους Σικυωνίους, μάζεψαν τις αίγες, όσες είχαν στη χώρα τους. Έδεσαν πάνω στα κέρατά τους δαδιά και μόλις προχώρησε η νύχτα, τα άναψαν.
Οι Σικυώνιοι επειδή πίστευαν ότι έρχονταν σύμμαχοι των Υπηρεσιέων και ότι οι φλόγες προέρχονταν από τις συμμαχικές φωτιές, αυτοί μεν γύρισαν πίσω στα σπίτια τους, οι δε Υπηρεσιείς άλλαξαν το όνομα της πόλης λόγω των … αιγών! Όπου η ωραιότερη και η επικεφαλής επλάγιασε, έκτισαν ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδας πιστεύοντας ότι η ιδέα του τεχνάσματος στους Σικυώνιους ήρθε όχι χωρίς τη θέληση της Αρτέμιδας.
Στην Αιγείρα γνώρισα και μια κατοικία όπου υπήρχε άγαλμα της Τύχης που κρατούσε το κέρας της Αμάλθειας και επίσης κοντά σ’ αυτήν υπάρχει άγαλμα του Έρωτα με φτερά. Θέλει να φανερώσει στους ανθρώπους ότι τα σχετικά με τον έρωτα κατορθώνονται περισσότερο από την τύχη παρά από το κάλλος.
Από την Αιγείρα υπάρχει ίσιος δρόμος, που αρχίζει από το ναό του Δία διά μέσω των βουνών και είναι ανηφορικός. Το μήκος του δρόμου είναι σαράντα στάδια, οδηγεί δε στη Φελλόη, πολίχνη όχι σπουδαία, ούτε κατοικείτο πάντοτε, ακόμα και όταν οι Ίωνες κατείχαν τη χώρα. Τα μέρη γύρω από τη Φελλόη είναι κατάλληλα για την καλλιέργεια αμπελιών και στα πετρώδη μέρη της χώρας υπάρχουν δρυς και θηράματα, ελάφια και αγριόχοιροι».
Και τελειώνει ο Παυσανίας για τούτη την περιοχή ως εξής: «Στο επίνειο δε, αφού κατεβούμε από την Αιγείρα και βαδίσουμε πάλι προς τα εμπρός, υπάρχει στα δεξιά του δρόμου το ιερό της Αγροτέρας, που λένε ότι πλάγιασε η γίδα. Με τη χώρα των Αιγειρατών συνορεύουν οι Πελλήνες. Αυτοί κατοικούν τελευταίοι από τους Αχαιούς προς τη Σικυώνα και την περιοχή της Αργολίδος».
Σ’ αυτό το σημείο αφήνουμε τον Παυσανία να ταξιδεύει μόνος του προς την περιοχή της Κορινθίας κι εμείς επαναφέρουμε το λόγο στην Αιγείρα.

 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού